Home > Term: buffer
buffer
Μια λύση που αντιστέκεται στην αλλαγή στο pH όταν προστίθεται μια όξινη ή αλκαλική ή όταν αραιώνονται λύσεις.
- ส่วนหนึ่งของคำพูด: noun
- อุตสาหกรรม/ขอบเขต: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
ผู้สร้าง
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)