Home > Term: εντεροτοξίνη
εντεροτοξίνη
Μια βακτηριακή πρωτεΐνη, που, μετά την απελευθέρωση στο έντερο, προκαλεί κράμπες, διάρροια και ναυτία.
- ส่วนหนึ่งของคำพูด: noun
- อุตสาหกรรม/ขอบเขต: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
ผู้สร้าง
- Khrysaor
- 100% positive feedback