Home > Term: μόνοικα
μόνοικα
Που υποδηλώνει φυτικών ειδών που έχουν χωριστά αρσενικά και θηλυκά λουλούδια πάνω στο ίδιο φυτό (π.χ. ., αραβοσίτου).
- ส่วนหนึ่งของคำพูด: noun
- อุตสาหกรรม/ขอบเขต: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
ผู้สร้าง
- Andreas
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)