Home > Term: albino
albino
1. Οργανισμού λείπει χρώση, οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες. Ο όρος είναι albinism, q.v.
2. Ένα μεταλλαγμένο εμφανή plastome (Πλαστίδιο) απώλεια της χλωροφύλλης.
- ส่วนหนึ่งของคำพูด: noun
- อุตสาหกรรม/ขอบเขต: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
ผู้สร้าง
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)