Home > Term: βιοτοξίνη
βιοτοξίνη
Ένα που παράγεται με φυσικό τοξική ουσία που παρουσιάζει έντονη βιολογική δραστηριότητα, και έχει πιθανώς κάποια προσαρμοστική σημασία για τον οργανισμό που το παράγει.
- ส่วนหนึ่งของคำพูด: noun
- อุตสาหกรรม/ขอบเขต: Biotechnology
- Category: Genetic engineering
- Organization: FAO
0
ผู้สร้าง
- Andreas
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)